Σχόλια σεμιναρίων
ΔΙΗΜΕΡΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ 16&17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026
Ψυχοπαθολογία & Υπαρξιακή Προσέγγιση
Ολοκληρώθηκε, το Σάββατο 17 Ιανουαρίου, το πρώτο για το 2026 διήμερο υβριδικό σεμινάριο του Γίγνεσθαι, αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στην ψυχοπαθολογία. Στο σύνολό τους οι εισηγήτριες του διημέρου διερεύνησαν, με τις στοχευμένες παρουσιάσεις και ομιλίες τους, την ψυχοπαθολογία μέσα από το ιδιαίτερο πρίσμα της υπαρξιακής και φαινομενολογικής προσέγγισης, αναδεικνύοντας την τρωτή και ευάλωτη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης. Το μεγαλύτερο μέρος των ομιλιών τους επικεντρώθηκε σε κρίσιμα ψυχοθεραπευτικά θέματα, όπως το πολυδιάστατο θέμα της αυτοκτονικότητας, όπου τονίστηκε η ανάγκη για διαφοροδιάγνωση, αξιολόγηση κινδύνου και για διαχείριση της απελπισίας και του πόνου που συχνά συνοδεύει τέτοια φαινόμενα. Μέσα από κλινικά παραδείγματα και πολλές βιωματικές ασκήσεις, τα συμμετέχοντα στο σεμινάριο άτομα είχαν την ευκαιρία να διερευνήσουν προσωπικές αντιδράσεις, φόβους και προκαταλήψεις, ενισχύοντας την ικανότητά τους να συνδέονται με τους θεραπευόμενους σε κρίσιμες καταστάσεις. Το σεμινάριο προσέφερε επίσης τη δυνατότητα στην ολομέλεια να προβληματιστεί πάνω σε βασικά θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης, να έρθει σε επαφή με τα θεμελιώδη συναισθήματα του πόνου, της απελπισίας και της μοναξιάς αλλά και να διερευνήσει με φιλοσοφικό και βιωματικό τρόπο τη λεπτή και εύθραυστη ισορροπία που αναδύεται όταν κανείς τοποθετείται τολμηρά στη συσχέτιση ζωής και θανάτου. Μέσα από βιωματικές ασκήσεις και συζητήσεις, συμμετέχουσες και συμμετέχοντες ενθαρρύνθηκαν να εξετάσουν τις δικές τους συναισθηματικές αντιδράσεις και τις προκαταλήψεις, αναγνωρίζοντας το πώς αυτές συχνά διαμορφώνουν τη θεραπευτική σχέση και κατανόηση του άλλου. Σε ένα πλαίσιο όπου η ανθρώπινη ζωή θεωρείται πρωτίστως εμπειρία και όχι αντικείμενο γνώσης, το σεμινάριο ανέδειξε ακόμη την ανάγκη για μια ψυχοθεραπεία που συνδυάζει τη θεωρητική γνώση με την ανοιχτή παρατήρηση και τη βιωματική συμμετοχή. Η υπαρξιακή προσέγγιση, όπως τονίστηκε πολλαπλά και σε αυτό το διήμερο, δεν προσφέρει έτοιμες λύσεις, αλλά πρωτίστως έναν χώρο όπου η κατανόηση, η παρουσία και η ενσυναίσθηση καθίστανται τα κύρια εργαλεία για την υποστήριξη του θεραπευόμενου ατόμου και κυρίως απαιτεί τη διαρκή διεύρυνση της αντίληψής μας για την ανθρώπινη κατάσταση.
Η Παρασκευή, πρώτη μέρα του σεμιναρίου, άνοιξε με την εισαγωγική τοποθέτηση της Ευγενίας Γεωργαντά, PsyD, ECP. Από το ξεκίνημα της ομιλίας της για την ψυχοπαθολογία, η Ευγενία τοποθέτησε το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να διεξαχθεί ένας ουσιαστικός διάλογος για την ψυχική οδύνη αναζητώντας ένα χώρο σεβασμού και προσοχής, προσκαλώντας με το μοναδικό τρόπο της τα συμμετέχοντα άτομα προς μια σχέση περιέργειας και βαθιάς ενσυναίσθησης για την ανθρώπινη κατάσταση. Αντλώντας από την πολυετή της εμπειρία, τόσο ως εκπαιδεύτρια όσο και ως ψυχοθεραπεύτρια, μίλησε από τη θέση ενός προσώπου που έχει διδαχθεί, μέσα από τη διαρκή κλινική της πρακτική, να παραμένει ανοιχτή στο απρόβλεπτο και στο άγνωστο και με τη στάση της ανέδειξε και πάλι τη διαρκή διαθεσιμότητά της για νέες ακροάσεις, για αναστοχασμό και για αναθεώρηση πολλών παγιωμένων εννοιών. Η ίδια παρουσίασε την ψυχοπαθολογία ως ένα πεδίο που αντιστέκεται στις απλουστεύσεις. Τόνισε πως οι διαγνωστικές κατηγορίες, αν και ενίοτε αναγκαίες στο πλαίσιο μιας αρχικής κατανόησης, δεν μπορούν να εξαντλήσουν το νόημα της ανθρώπινης εμπειρίας, ούτε ποτέ να χωρέσουν την ιδιαιτερότητα κάθε προσώπου. Αντίθετα, όπως εμφατικά σημείωσε, συχνά λειτουργούν ως τρόποι άμυνας απέναντι στην αμηχανία που προκαλεί η συνάντηση με την ψυχική αποδιοργάνωση, τον φόβο, την απόγνωση. Η Ευγενία τόνισε, με ιδιαίτερο τρόπο και με προσοχή, τον κίνδυνο η ψυχοπαθολογία να μετατραπεί σε λόγο που απομακρύνει αντί να φέρνει κοντά, όταν χάνουμε την επαφή μας με το ζωντανό βίωμα και ανέδειξε καθαρά πως η πρόσκληση δεν είναι να ρωτήσουμε πρωτίστως τι έχει ο άνθρωπος, αλλά πρωτίστως το πώς βιώνει τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο. Η ίδια τόνισε για αυτό την ανάγκη κάθε σύμπτωμα να μην νοείται ως ένα απομονωμένο αντικείμενο προς εξήγηση, αλλά ως έκφραση ενός τρόπου ύπαρξης-στον-κόσμο, ενταγμένου σε μια ανθρώπινη ιστορία, σε συνάρτηση με τις σχέσεις και σε συνομιλία με τις υπαρξιακές συνθήκες του συγκεκριμένου ανθρώπου, ακόμη κι όταν αυτό το σύμπτωμα παρουσιάζεται ασαφές, αντιφατικό ή δυσβάσταχτο. Στο κλείσιμο της εισαγωγής της η Ευγενία Γεωργαντά μίλησε για τη σημασία της ανθρώπινης ευγένειας και της θεραπευτικής ανοιχτότητας στη συνάντηση με τον άλλον, μίλησε για μια θεραπευτική στάση που δεν αφορά σε μια τυπική ή αποστασιοποιημένη παρουσία, αλλά αναδύεται ως υπαρξιακή επιλογή να μη βιαστεί κανείς να καταλάβει, να εξηγήσει ή να διορθώσει οτιδήποτε. Στάθηκε τέλος με μεγάλο σεβασμό προς την ανθρώπινη ευαλωτότητα αναδεικνύοντάς την ως θεμέλιο της ψυχοθεραπευτικής σχέσης, μαζί με την επίγνωση των ορίων της γνώσης και της δύναμης του θεραπευτή, καλλιεργώντας εντέλει μια στάση ταπεινότητας στο πώς να μπορεί κανείς να συνοδεύει χωρίς να καταλαμβάνει, να ακούει χωρίς να κατακτά, κρατώντας ανοιχτό το ερώτημα του ανθρώπινου πόνου εκεί όπου οι απαντήσεις δεν είναι ποτέ οριστικές.
Το σεμινάριο για την ψυχοπαθολογία συνεχίστηκε για το υπόλοιπο της μέρας με την παρουσίαση της Δανάης Σταματοπούλου, MSc, ECP, που μέσα από την αφήγησή της ανέπτυξε μια πολύ ανθρώπινη και φαινομενολογική προσέγγιση της ψυχικής οδύνης. Αντλώντας από πραγματικά παραδείγματα της θεραπευτικής της εμπειρίας σε δομές ψυχιατρικής αποκατάστασης, η Δανάη, ανέδειξε μια στάση που χαρακτηρίζεται από τρυφερότητα και σεβασμό απέναντι σε όλους τους ανθρώπους που συναντά θεραπευτικά. Στις περιγραφές της απέφυγε με κάθε τρόπο να μιλήσει για “περιστατικά” και περιέγραψε τις ανθρώπινες ιστορίες που συνόδευσε με μεγάλη τρυφερότητα και ενσυναίσθηση. Η Δανάη μίλησε καθαρά για την ανάγκη να αντισταθούμε στην ευκολία και στη βιασύνη της διάγνωσης και τόνισε την καταστροφική πολλές φορές δύναμη της ετικέτας, επιλέγοντας, εντέλει, να προσεγγίσει τον άνθρωπο πέρα από το σύμπτωμα αλλά και τη σχέση πριν από την ερμηνεία. Μέσα από μικρές, καθημερινές σκηνές, ανέδειξε πώς συμπεριφορές που συχνά καταγράφονται ως παθολογικές αποκτούν άλλο νόημα όταν φωτίζονται από το βίωμα του ίδιου του προσώπου. Σημείωσε εδώ πως συχνά οι ψευδαισθήσεις, οι παραληρηματικές αναφορές ή η υπερευαισθησία στα ερεθίσματα δεν εμφανίζονται ως άλογες εκτροπές, αλλά ως τρόποι με τους οποίους ο άνθρωπος προσπαθεί να σταθεί σε έναν κόσμο που τον είχε τραυματίσει ή κατακλύσει ολοκληρωτικά. Η αφήγησή της ανέδειξε έμμεσα τη σημασία μιας φαινομενολογικής προσέγγισης, όπου τα όρια ανάμεσα στο φυσιολογικό και το παθολογικό δεν παρουσιάζονται ως σταθερά και αντικειμενικά, αλλά ως ιστορικά, θεσμικά και σχεσιακά διαμορφωμένα μέρη του κόσμου μας. Η Δανάη ανέδειξε εδώ, με μεγάλη διαύγεια, πώς ο ιδρυματισμός και οι κανόνες των δομών μπορούν, ακόμη και άθελά τους, να αναπαράγουν μορφές αποξένωσης, όταν δεν συνοδεύονται από την ανθρώπινη κατανόηση ενώ παράλληλα τόνισε ότι, κάπως παράδοξα ίσως, τα όρια απαιτούν την ερμηνευτική τουλάχιστον αμφισβήτησή μας. Στο κλείσιμο της ημέρας η ίδια η ομιλία της ανέπνεε μια ηθική της φροντίδας που, κάπως συμβολικά, προσκαλεί ή προτείνει μια στάση που δεν επιδιώκει να διορθώσει τον άλλο αλλά πρωτίστως να τον συναντήσει στο εδώ-και-τώρα, δημιουργώντας τον απαραίτητο χωροχρόνο όπου η ψυχική οδύνη μπορεί να ιδωθεί, να ακουστεί και να νοηματοδοτηθεί, χωρίς ο άνθρωπος να συντριβεί κάτω από την κανονιστική βία μιας διάγνωσης που τον κατακερματίζει σε αντικείμενο ταξινόμησης και ελέγχου.
Το Σάββατο, δεύτερη ημέρα του υβριδικού σεμιναρίου για την ψυχοπαθολογία, η Μίρκα Πλέσσα, MSc, ECP, επικεντρώθηκε στην αυτοκτονικότητα και στο πώς προσεγγίζουμε το πολυδιάστατο αυτό φαινόμενο κλινικά και ψυχοθεραπευτικά. Η Μίρκα τόνισε ότι η αυτοκτονικότητα δεν αφορά κάποια μεμονωμένη πράξη, αλλά ένα συνεχές εμπειριών που εκτείνεται από τις παθητικές σκέψεις θανάτου έως τον ενεργό αυτοκτονικό ιδεασμό με λεπτομερή σχεδιασμό, υπογραμμίζοντας πως η κατανόηση και η διαχείρισή της απαιτούν ένα συνδυασμό θεωρητικής γνώσης, κλινικής επάρκειας, πρωτοκόλλων κρίσης και προσωπικής ανθεκτικότητας του θεραπευτή ή της θεραπεύτριας. Στην παρουσίασή της ανέδειξε τη σημασία της διεύρυνσης της θεραπευτικής προσοχής πέρα από την άμεση αξιολόγηση κινδύνου, προς την κατανόηση της απελπισίας και του ψυχικού πόνου του θεραπευόμενου ατόμου. Παρουσιάζοντας τους κοινωνικούς, πολιτισμικούς, βιολογικούς και ψυχολογικούς παράγοντες, καθώς και στατιστικά δεδομένα, κατέδειξε τη σοβαρότητα του φαινομένου και την αυξημένη ευαλωτότητα συγκεκριμένων πληθυσμών. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στους παράγοντες κινδύνου, όπως προηγούμενες απόπειρες, ψυχοπαθολογία, κοινωνική απομόνωση, κακοποίηση και χρήση ουσιών, αλλά και στους προστατευτικούς παράγοντες, όπως τα υποστηρικτικά δίκτυα, η δυνατότητα συναισθηματικής έκφρασης και η ικανότητα αναζήτησης βοήθειας. Η Μίρκα τόνισε ότι η ενίσχυση των προστατευτικών αυτών στοιχείων αποτελεί κεντρικό στόχο της ψυχοθεραπείας και, μέσα από μια υπαρξιακή οπτική, έδειξε τις συνδέσεις της με την αναγνώριση και επεξεργασία της ελευθερίας του ατόμου να είναι στον κόσμο. Η ίδια έδωσε έμφαση στην έγκαιρη αναγνώριση προειδοποιητικών σημείων και στη σημασία της αξιολόγησής τους σε συνάρτηση με το κλινικό ένστικτο, την ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης και μια φαινομενολογική στάση που σέβεται την υποκειμενική εμπειρία του θεραπευόμενου ατόμου. Μέσα από ένα βιωματικό παράδειγμα από την προσωπική κλινική της εμπειρία, ανέδειξε επίσης τις δυσκολίες διαχείρισης κρίσης χωρίς εδραιωμένη θεραπευτική σχέση, την ανάγκη εποπτείας και παραπομπής, καθώς και τα όρια του θεραπευτικού ρόλου. Στη συνέχεια του σεμιναρίου, η Μίρκα, υπογράμμισε ότι η υπαρξιακή προσέγγιση δεν εξαντλείται στη δεοντολογική πρόληψη της αυτοκτονίας, αλλά στοχεύει στην επεξεργασία του πόνου και της απελπισίας, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα ενός βαθιά ευάλωτου προσώπου και τη συνέχεια της θεραπευτικής σχέσης. Στο κλείσιμο της ομιλίας της εστίασε στην πρακτική διαχείριση της αυτοκτονικότητας και τόνισε τη σημασία της πρώτης συνεδρίας, όπου το θέμα τίθεται ανοιχτά, ορίζονται τα όρια της εμπιστευτικότητας και της παρέμβασης και διασφαλίζονται πρακτικές δικλείδες προστασίας. Η Μίρκα υπογράμμισε με πολλούς τρόπους στη διάρκεια της παρουσίασής της ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση της αυτοκτονικότητας προϋποθέτει έναν αρμονικό συνδυασμό κλινικής εμπειρίας, συναισθηματικής συνειδητότητας, ανοιχτού διαλόγου και βιωματικού αναστοχασμού, που δείχνουν προς τη δημιουργία ενός ασφαλή θεραπευτικού χώρου όπου οι δύσκολες σκέψεις μπορούν να εκφραστούν χωρίς φόβο επίκρισης αλλά και να επεξεργαστούν σε βάθος ο πόνος και η απελπισία που βρίσκονται στον πυρήνα της αυτοκτονικότητας.
Το διήμερο σεμινάριο για την ψυχοπαθολογία έκλεισε η Άννα Κούρτη, Ch.Couns.Psychol, AFBPsS, παρουσιάζοντας ένα περιστατικό από την ιδιωτική της πρακτική, το οποίο έχει συνοδεύσει ψυχοθεραπευτικά με σταθερή παρουσία και βαθύ σεβασμό προς το πρόσωπο και το βίωμά του. Μέσα από την εκτενή αφήγησή της, η Άννα, ανέδειξε πώς εκφράσεις που εύκολα θα μπορούσαν να ιδωθούν ως παθολογικές αποκτούσαν διαφορετικό νόημα όταν προσεγγίζονται φαινομενολογικά, ως ιδιαίτεροι τρόποι θα λέγαμε με τους οποίους ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο άτομο προσπαθεί να νοηματοδοτήσει έναν κόσμο που συχνά το κατακλύζει και το απειλεί. Η ίδια στάθηκε με μεγάλη ειλικρίνεια στη δυσκολία της ως θεραπεύτρια να αντέξει την αβεβαιότητα της έκβασης, μια αγωνία που όπως περιέγραψε μεγεθύνεται όταν υπάρχει η σαφής ή υπόρρητη αίσθηση ότι η ίδια η ζωή του άλλου ενδεχομένως να κινδυνεύει. Το περιστατικό λειτούργησε επίσης και ως κοινό πεδίο εργασίας για τα συμμετέχοντα άτομα, που χωρίστηκαν σε ομάδες, αναλαμβάνοντας συγκεκριμένους ρόλους του περιβάλλοντός του, φωτίζοντας πολλαπλές πλευρές της θεραπευτικής συνάντησης και αναδεικνύοντας τόσο την πολυπλοκότητά της όσο και τα υπαρξιακά όριά της. Με αυτόν τον τρόπο, το κλείσιμο του διημέρου ανέδειξε και πάλι την αξία της φαινομενολογικής διερεύνησης, αλλά και τη βαθιά ανθρώπινη ευθύνη των θεραπευτών και των θεραπευτριών απέναντι στην ευαλωτότητα, τον κίνδυνο και την αβεβαιότητα της απαιτητικής πρακτικής τους.
Όπως αναδείχθηκε μέσα από το υλικό όλων των παρουσιάσεων, αλλά και μέσα στις μικρές ή μεγάλες ομάδες, στις πολλαπλές φωνές και συνομιλίες αυτού του σεμιναρίου, καμμία ανθρώπινη έκφραση όσο παραληρηματική, φοβική ή υπερευαίσθητη κι αν αναδυθεί δεν μπορεί να νοηθεί μονοδιάστατα ως μια αυθαίρετη παθολογική εκτροπή, χρειάζεται να ειδωθεί ως τρόπος επιβίωσης, ως μια υπαρξιακή έκφανση της προσπάθειας του ανθρώπου να προστατευθεί από ένα συχνά ανέλπιδο κόσμο που κάποιες φορές τον κατακλύζει ανεπανόρθωτα. Αυτό που ονομάζουμε λοιπόν συνήθως ως ψυχοπαθολογία παρουσιάστηκε στη διάρκεια του διημέρου κατά βάση ως ανθρώπινη απόκριση και όχι ως σύμπτωμα προς εξάλειψη. Η διαδικασία ανέδειξε ακόμη τη δυσκολία της κλινικής συνάντησης, αλλά και τις πολλαπλές πλευρές της: τη θέση του θεραπευτή, του πλαισίου, της ευθύνης, του κινδύνου, της σχέσης. Στο επίκεντρο της παρουσίασης βρέθηκε, για μια ακόμη φορά, η αξία της φαινομενολογικής διερεύνησης και η θεραπευτική προσπάθεια του να σταθεί κανείς κοντά στο πώς βιώνεται η εμπειρία, χωρίς να την ανάγκη να την υποτάξει πρόωρα ή μόνιμα σε κάποια διαγνωστική κατηγορία. Όλες οι εισηγήτριες ανέδειξαν, έστω και έμμεσα με τον τρόπο τους, τον κίνδυνο της ταμπέλας και τη σημασία του να παραμένουμε ανοιχτοί στην ιστορία ενός Ιερού Άλλου, ακόμη κι όταν αυτή δεν χωρά εύκολα ή δύσκολα στα σχήματα κανονικότητας που πρωταρχικά αναγνωρίζουμε. Όπως και σε πλείστες άλλες περιπτώσεις που αφορούν στην ύπαρξη το ερώτημα του τι τελικά είναι φυσιολογικό και τι παθολογικό δεν απαντήθηκε, αλλά διατηρήθηκε ενεργό, ως ερώτημα που χρειάζεται να παραμένει ανοιχτό σε κάθε υπαρξιακή ψυχοθεραπευτική συνοδοιπορία. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε επίσης στην αγωνία του θεραπευτή μπροστά στην αβεβαιότητα της έκβασης. Αναδύθηκε εδώ η δυσκολία του να παραμένει κανείς στο άγνωστο, να αντέχει το “δεν γνωρίζω” χωρίς να προσφεύγει σε βιαστικούς ελέγχους ή βεβαιότητες και αυτή η αγωνία γινόταν ακόμη πιο έντονη όταν υπήρχε η αίσθηση ότι η ζωή του άλλου ενδεχομένως να κινδυνεύει. Εκεί δηλαδή όπου η θεραπευτική ευθύνη συναντά το υπέρτατο ίσως όριό της και η γνώση αποδεικνύεται ανεπαρκής, εκεί όπου απαιτείται από τον ψυχοθεραπευτή ή την ψυχοθεραπεύτρια να παραμείνουν ενεργά παρόντες, ανοιχτοί και συναισθηματικά διαθέσιμοι, αναγνωρίζοντας τις προσωπικές προκαταλήψεις και τους φόβους τους καθώς συνδέονται με το θεραπευόμενο άτομο σε ένα πλαίσιο ασφαλείας και σεβασμού ως προς την εγγενή του ελευθερία να υπάρχει με τον τρόπο που αυτό επιθυμεί.
Κλείνοντας τα σχόλια να σημειώσουμε πως χρειάζεται, ίσως, να θυμόμαστε πως η καρτεσιανή άποψη για τον εαυτό έχει ενσωματωθεί σε ένα μεγάλο μέρος της δυτικής φιλοσοφίας και φυσικά έχει επηρεάσει και ένα μέρος από στις ανθρωπιστικές επιστήμες, αυτών που προσπαθούν ενεργά να αρνηθούν ή να καταστείλουν, με κάθε τρόπο, την ανθρώπινη ευαλωτότητα, κατακερματίζοντας και αντικειμενοποιώντας την ανθρώπινη εμπειρία. Ωστόσο, όπως πολύ όμορφα σημειώνει η Katherine Withy, είναι κυρίως η αναγνώριση του ότι είμαστε όντα συνυφασμένα και αλληλεξαρτώμενα με τους άλλους και τον κόσμο γύρω μας που μας επιτρέπει να βιώνουμε τη ζωή πιο ολοκληρωμένα και το να προσποιούμαστε το αντίθετο ισοδυναμεί με το να αρνούμαστε την αναπόδραστη αλήθεια της ουσιαστικής πεπερασμένης φύσης μας ως ύπαρξη-στον-κόσμο. Με αυτή την έννοια ακόμη και η συνάντησή μας με τον πόνο, η συμμετοχή μας στις δυσκολίες και η ευαλωτότητα που φέρνει ό,τι μπορούμε να ονομάσουμε ψυχοπαθολογία στη θεραπεία δεν είναι καθιστούν μόνο μια δυσκολία αλλά και γέφυρα για αυθεντική συσχέτιση στην προσπάθειά μας για μια περισσότερο αγαπητική συνοδοιπορία. Απαιτεί ωστόσο από μας να εκθέσουμε τον εαυτό μας, να αναλάβουμε ρίσκα και να συνδεθούμε με ό,τι δεν ελέγχουμε, αλλά ακριβώς γι’ αυτό ίσως τον λόγο ικανούς και ικανές να κάνουμε τη ζωή μας πιο πλούσια και όμορφη, ανοιχτή στον κόσμο και τους άλλους.
Συντάκτης: Θανάσης Ν. Μανιάτης