Σχόλια σεμιναρίων
ΔΙΗΜΕΡΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ 13&14 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026
Μέσα από το μυστήριο της ύπαρξης
Soren Kierkegaard & Gabriel Marcel
Ολοκληρώθηκε, το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου του 2026, το δεύτερο για φέτος διήμερο υβριδικό σεμινάριο του Γίγνεσθαι, με τίτλο: Μέσα από το μυστήριο της ύπαρξης: Søren Kierkegaard & Gabriel Marcel. Το διήμερο αφιερώθηκε εξολοκλήρου στη διερεύνηση των δύο κομβικών μορφών της υπαρξιακής φιλοσοφίας και στη ζωντανή σύνδεση του έργου τους με τη σύγχρονη υπαρξιακή ψυχοθεραπεία. Μέσα από θεωρητικές εισηγήσεις, στοχευμένες κλινικές αναφορές και κυρίως μέσα από βιωματικές διεργασίες οι συμμετέχουσες και οι συμμετέχοντες στο σεμινάριο είχαν την ευκαιρία να στοχαστούν αλλά και να αναμετρηθούν πάνω σε κάποια από τα βασικότερα υπαρξιακά θέματα όπως την εγγενή ελευθερία και ευθύνη της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και να εργαστούν βιωματικά με τις έννοιες της δέσμευσης της πίστης και της ελπίδας. Από τη συνάντηση των συμμετεχόντων ατόμων με το έργο των δύο στοχαστών αναδύθηκε ένα κοινό έδαφος για την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία. Και σε αυτό το διήμερο σεμινάριο φανερώθηκε πως η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία δεν θεμελιώνεται πάνω σε κοινές ή αντικειμενοποιημένες κατηγορίες αλλά σε μια βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης που δεν εξαντλείται σε εξηγήσεις αλλά συχνά αναδύεται ως μυστήριο στη θεραπευτική διεργασία με τα άτομα που συνοδοιπορούμε. Η Δανάη Σταματοπούλου, MSc, ECP, μέσα από την παρουσίασή της για το έργο του Marcel, τόνισε το μυστήριο και την αξία του ανθρώπινου σχετίζεσθαι ενώ η Άννα Κούρτη, Ch.Couns.Psychol, AFBPsS και η Νάντια Γιάνναρη, μιλώντας για τον Kierkegaard, στάθηκαν στην αξία της εσωτερικότητας αλλά και στη σημασία της αγωνίας και του άλματος πίστης για την υπαρξιακή προσέγγιση. Όλες οι ομιλήτριες μίλησαν για την κοινή στάση των δύο υπαρξιακών φιλοσόφων να αντισταθούν στη μετατροπή του ανθρώπου σε αντικείμενο και υπερασπίστηκαν σθεναρά την ιδέα ότι κάθε αλήθεια έχει πάντα υποκειμενικά χαρακτηριστικά, αναδύεται πρωτίστως μέσα από τη δέσμευση και την προσωπική συμμετοχή μας στον κόσμο. Το σεμινάριο στάθηκε επίσης αφορμή, για όλα σχεδόν τα άτομα που συμμετείχαν, να αναγνωρίσουν τα όρια της ελευθερίας τους, να σταθούν με τόλμη απέναντι στα υπαρξιακά δίπολα του άπειρου ή πεπερασμένου, του αιώνιου ή προσωρινού και της δυνατότητας ή αναγκαιότητας, αποδεχόμενα την ένταση ως δημιουργική συνθήκη της ανθρώπινης κατάστασης. Στο διήμερο αναδείχθηκε επίσης η σημασία της πίστης, της ελπίδας και της αγάπης. Στο κλείσιμο του σεμιναρίου τονίστηκε και πάλι πως, για την υπαρξιακή προσέγγιση, η θεραπευτική διαδικασία ξεκινά από τη φαινομενολογική προσοχή στο ανθρώπινο βίωμα και προχωρά προς μια πνευματική προοπτική που αγκαλιάζει την αγωνία, τη σιωπή, την αβεβαιότητα και το μυστήριο και πως η αλήθεια του προσώπου δεν αποκαλύπτεται ως αντικειμενικό δεδομένο αλλά ως καρπός συμμετοχής του στη δημιουργία ενός δικού του κόσμου, διανοίγοντας έναν χώρο όπου ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει ξανά και ξανά τη δυνατότητα, βαδίζοντας από την απελπισία προς την ελπίδα, από την αποξένωση προς τη σχέση και από την εμμένεια προς το άνοιγμα στο άγνωστο.
Η Δανάη Σταματοπούλου άνοιξε την πρώτη ημέρα του διήμερου σεμιναρίου μιλώντας για τον Gabriel Marcel παρουσιάζοντάς τον ως έναν από τους κορυφαίους στοχαστές των ανθρωπίνων σχέσεων, της συμμετοχής και του βιωμένου μυστηρίου. Από την αρχή της ομιλίας της, η Δανάη, μίλησε με μεγάλο σεβασμό για τον φιλόσοφο, εστιάζοντας σε σημαντικές παραμέτρους του έργου του, που έχουν μεγάλη σημασία για την υπαρξιακή προσέγγιση, αποφεύγοντας συστηματικά κάθε απλουστευτική ταξινόμηση. Η ίδια τόνισε ότι, παρότι ο Marcel συνδέθηκε με τον ένθεο υπαρξισμό μέσα από τη βαθιά πίστη του στον χριστιανισμό, η φιλοσοφία του δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια θεολογική ετικέτα αλλά πως αξίζει να την αντιληφθούμε σαν μια νεοσωκρατική περιπέτεια, ως μια διαρκή πορεία αναζήτησης που ξεκινά από την εμπειρία και επιστρέφει σε αυτήν. Μέσα από την σύντομη αναφορά της στα βιογραφικά στοιχεία του φιλοσόφου παρουσιάστηκε η συσχέτιση του έργου του Marcel με όσα βιωματικά τον διαμόρφωσαν: στο πως δηλαδή οι υπαρξιακές δοκιμασίες της ζωής, όπως ο πόλεμος με τον οποίο ήρθε αντιμέτωπος, τον οδήγησαν στην ενασχόλησή του με τον ανθρώπινο πόνο, λειτούργησαν ως γέφυρα για να αναδειχθεί το κεντρικό του ενδιαφέρον του στο πώς στέκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απελπισία, τη μοναξιά και στην διαρκή του ανάγκη για νόημα. Στην ομιλία της Δανάη έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη διάκριση του Marcel ανάμεσα στο «πρόβλημα» και το «μυστήριο». Εξήγησε ότι το πρόβλημα τοποθετείται απέναντί μας, μπορεί να αναλυθεί, να τεθεί υπό έλεγχο ή να επιλυθεί με τεχνικά μέσα. Το μυστήριο, αντίθετα, δεν είναι αντικείμενο προς διαχείριση, μας περιλαμβάνει, καθώς δεν στεκόμαστε έξω από αυτό, αλλά αποτελούμε μέρος του. Η ίδια μίλησε με καθαρότητα και επιμονή, επαναφέροντας την αξία της ερώτησης του «Τι σημαίνει αυτό για μένα;». Υπογράμμισε εδώ την παραλληλία λέγοντας ότι και στη θεραπευτική πράξη οι άνθρωποι συχνά παρουσιάζουν τη ζωή τους ως σύνολο προβλημάτων που ζητούν λύση: άγχος, σχέσεις, κρίσεις ταυτότητας και στάθηκε στη δυνατότητα της υπαρξιακής προσέγγισης, σε συγγένεια με τη φιλοσοφική στάση που προτείνει ο Marcel, να μην περιοριστεί στην επίλυση, αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο ως αντικείμενο τεχνικής παρέμβασης αλλά να τον προσεγγίσει ως ενσώματο ον που συμμετέχει στο μυστήριο της ύπαρξης. Η Δανάη τόνισε, για αυτό, πως όταν η ψυχοθεραπεία παραμένει στο επίπεδο του προβλήματος, υπάρχει ο κίνδυνος της αποστασιοποίησης όπου εντέλει το θεραπευόμενο άτομο μιλά για τον εαυτό του σαν να μην είναι παρών, η ουσιαστική μετατόπιση, σημείωσε η ίδια, συμβαίνει όταν αναγνωρίσει πως κατοικεί μέσα σε αυτό που τον απασχολεί αναγνωρίζοντας δηλαδή την αξία της διαθεσιμότητας, του ανοίγματος και της παρουσίας. Μέσα από αυτό το πλαίσιο, η Δανάη συνέδεσε τον Marcel με ευρύτερα ρεύματα της υπαρξιακής σκέψης, επισημαίνοντας συγγένειες αλλά και διαφοροποιήσεις από το έργο του Jean-Paul Sartre που τόνισε την απόλυτη ελευθερία και την αγωνία της αυτονομίας ενώ ο Marcel υπογράμμισε τη δυνατότητα του ανθρώπινου σχετίζεσθαι. Η ελευθερία, όπως επισήμανε η ίδια για τον Marcel, δεν αποτελεί απομόνωση αλλά άνοιγμα σε σχέση που συχνά γεννιέται μέσα από την αυθεντική συνάντηση με τον Άλλο. Συνεχίζοντας παρουσίασε επίσης την έννοια της «διαθεσιμότητας» ως θεραπευτικό παράγοντα όπου ο θεραπευτής δεν καλείται να είναι ένας ειδικός που εφαρμόζει τεχνικές, αλλά, ως πρόσωπο παρόν στο εδώ-και-τώρα, με τρόπο που προϋποθέτει την ελευθερία και τη διαθεσιμότητά του στο να τοποθετείται μακριά από προκατασκευασμένες απαντήσεις, αναδεικνύοντας ότι η θεραπευτική σχέση δεν είναι μια διαδικασία «διόρθωσης», αλλά πρωτίστως χώρος συνάντησης. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην έννοια της ελπίδας που για τον Marcel δεν ταυτίζεται με την αισιοδοξία αλλά ούτε και με την προσδοκία ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος. Η Δανάη την περιέγραψε κυρίως ως υπαρξιακή στάση που διατηρεί ανοιχτό τον ορίζοντα του δυνατού ακόμη και μέσα στην εμπειρία της απόγνωσης. Η ίδια συνέδεσε αυτήν την έννοια με στιγμές θεραπευτικού αδιεξόδου, όπου δεν υπάρχουν άμεσες λύσεις, εκεί όπου η ελπίδα λειτουργεί όχι ως κάποια αφηρημένη υπόσχεση, αλλά αναδύεται ως πίστη στη δυνατότητα μιας νέας νοηματοδότησης. Η αναφορά της στον «Σπασμένο κόσμο» του Marcel λειτούργησε ως γέφυρα με τη σύγχρονη ψυχολογική εμπειρία. Η τεχνοκρατική αντίληψη της ζωής, η μετατροπή του ανθρώπου σε λειτουργική μονάδα, η κυριαρχία της αποτελεσματικότητας και του ελέγχου, όλα αυτά, όπως υπογράμμισε, ενισχύουν μια αντίληψη του εαυτού ως αντικειμένου προς διαχείριση όπου ακόμη και η ίδια η διαδικασία της ψυχοθεραπείας κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε απλή τεχνική ρύθμισης συμπτωμάτων. Κλείνοντας την παρουσίασή της για τον Marcel με τον ήπιο, στοχαστικό και χωρίς ρητορικές εξάρσεις τρόπο της, η Δανάη, δημιούργησε στην ολομέλεια χώρο για σκέψη και βαθύτερο προβληματισμό καθώς η ίδια η στάση της ενσάρκωνε όσα περιέγραφε, αναδεικνύοντας την ανάγκη για διαθεσιμότητα και σεβασμό ενώ συνολικά με την εισήγησή της ανέδειξε τον Marcel ως έναν στοχαστή εξαιρετικά επίκαιρο για την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία. Η διάκριση που έφερε ο Marcel για την έννοια προβλήματος–μυστηρίου, η έμφαση στη συμμετοχή, στη διαθεσιμότητα, στην πίστη και στην ελπίδα, συνθέτουν μια ψυχολογία-ανθρωπολογία που αναγνωρίζει τον άνθρωπο όχι ως σύνολο δυσλειτουργιών, αλλά ως ον εν πορεία, δημιουργό μέσα στο μυστήριο του Είναι. Με σεμνότητα και βαθύ σεβασμό, η Δανάη ανέδειξε αυτήν την προοπτική ως πρόκληση ή πρόσκληση που μας καλεί όχι απλώς προς μια θεωρητική κατανόηση αλλά ως προς το να σταθούμε υπαρξιακά, με τόλμη, μέσα σε ό,τι μας υπερβαίνει.
Η δεύτερη μέρα του σεμιναρίου επικεντρώθηκε εξ ολοκλήρου στη σκέψη του Søren Kierkegaard, αναδεικνύοντας με ουσιαστικό τρόπο τις γέφυρες ανάμεσα στη φιλοσοφία του και την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία. Η Άννα Κούρτη άνοιξε την παρουσίασή της με ανάλαφρο και μαζί στοχαστικό τρόπο ενώ συχνά στη διάρκεια της ομιλίας της συνδέθηκε και με την αξία του χιούμορ και της ειρωνείας που συνυπάρχουν και συνθέτουν ένα μεγάλο μέρος του έργου του Kierkegaard. Η Άννα τόνισε ότι για τον Kierkegaard ο άνθρωπος δεν «έχει» ένα δεδομένο εαυτό αλλά καλείται να τον συγκροτεί διαρκώς και περιέγραψε τον εαυτό, ως «σχέση που σχετίζεται με τον εαυτό της», δηλαδή ως μια δυναμική διεργασία-ισορροπία που αναδύεται ανάμεσα στους αντιθετικούς πόλους του πεπερασμένου και του απείρου αλλά και της δυνατότητας ή της αναγκαιότητας της ύπαρξης. H Άννα, υπογράμμισε ότι παρότι η απελπισία συχνά κρύβεται πίσω από μια φαινομενική κανονικότητα διακρίνοντας ή εστιάζοντας κάνεις βαθύτερα μπορεί ίσως να διακρίνει πως αφορά κυρίως τη σιωπηλή απώλεια μιας ζωντανής σχέσης με τον εαυτό. Η Άννα τόνισε πως υπαρξιακή ψυχοθεραπεία συναντά τον Kierkegaard κυρίως ως θεραπευτική στάση όπου ο θεραπευτής ή η θεραπεύτρια δεν καλούνται να αλλάξουν ή να διορθώσουν τον άλλο, αλλά να σταθούν δίπλα του καθώς εκείνος αναμετριέται με τα δίπολα της ύπαρξής του και έχοντας την επίγνωση ότι η γνώση του εαυτού δεν ολοκληρώνεται ποτέ επομένως και η θεραπευτική διαδικασία δεν είναι κίνηση προς μια τελική λύση αλλά ένα μονοπάτι που οδηγεί σε ολοένα και πληρέστερη επίγνωση, προς την αυθεντικότητα, δείχνοντας επίσης εμμέσως ότι ο θεραπευτής οφείλει να έχει βιώσει ο ίδιος την αγωνία και την απελπισία ως υπαρξιακές εμπειρίες, ώστε να μπορεί να συνοδεύσει τον άλλον με την απαραίτητη υπομονή και ταπεινότητα. Η Νάντια Γιάνναρη συνέχισε την παρουσίαση, για τον Kierkegaard τονίζοντας πως η απελπισία, όπως παρουσιάστηκε από τον Kierkegaard, δεν είναι εξωτερικό γεγονός αλλά αφορά σε μια εσωτερική ρήξη που προκύπτει είτε από την άρνηση του εαυτού είτε από την αδυναμία να γίνει κανείς αυτό που είναι. Η Νάντια ανέδειξε με τη σειρά της ότι, για τον φιλόσοφο, το να είσαι ένας εαυτός δεν σημαίνει απαραίτητα σταθερότητα αλλά κυρίως αντοχή στην αέναη κίνηση ανάμεσα στις αντιφάσεις και στα δίπολα της ύπαρξης ενώ περιέγραψε πως, όταν αυτή η κίνηση παγώνει ο άνθρωπος εγκλωβίζεται αποκλειστικά στη δυνατότητα ή στην αναγκαιότητα αφήνοντας χώρο στην εμφάνιση της απελπισίας. Αυτή η ιδέα μεταφράστηκε από την Νάντια θεραπευτικά ως ανάγκη διατήρησης της δημιουργικής έντασης όπου και πάλι η ανθρώπινη αγωνία δεν παρουσιάζεται ως σύμπτωμα προς εξάλειψη, αλλά ως δείκτης ελευθερίας, μιας προσπάθειας δηλαδή του ανθρώπου που αγωνιά επειδή ακριβώς αντιλαμβάνεται τις πολλαπλές ή περιορισμένες δυνατότητές του. Η Νάντια τόνισε πολύ όμορφα για αυτό πως η υπαρξιακή θεραπεία δεν στοχεύει στην εξουδετέρωση της αγωνίας αλλά στη μετουσίωση ή μεταμόρφωσή της σε συνειδητή επιλογή, αναδεικνύοντας επίσης τη σημασία της αποδοχής της αναγκαιότητας ή του «ριξίματος» στη ζωή όχι ως ακινησία ή παθητικότητα αλλά πλέον ως μια πράξη εσωτερικής συμφιλίωσης όπου ο άνθρωπος καλείται να αναγνωρίσει τα δεδομένα της ύπαρξής του χωρίς απαραίτητα να παραιτείται από την ελευθερία του και όπου η ισορροπία ανάμεσα στην αποδοχή και την υπέρβαση καθίστανται πλέον θεμελιώδεις θεραπευτικοί άξονες. Τόσο η Άννα όσο και η Νάντια τόνισαν, με το δικό της τρόπο η καθεμιά, πως τόσο η ίδια η απελπισία όσο και η υπαρξιακή αγωνία, όταν φυσικά αναγνωριστούν θεραπευτικά, μπορούν να αποτελέσουν μοναδικές πύλες αφύπνισης, μπορούν να μετατραπούν σε κινητήριες δυνάμεις ή πολύτιμοι συνοδοί στην πορεία ανασυγκρότησης του εαυτού, φωτεινοί φάροι στην ανάληψη της ευθύνης μας για το ανθρώπινο Είναι.
Το διήμερο υβριδικό σεμινάριο του Φεβρουαρίου, αφιερωμένο στους Søren Kierkegaard & Gabriel Marcel, ανέδειξε δύο στοχαστές που, παρότι φαίνεται να ανήκουν σε δύο διαφορετικά ιστορικά και πολιτισμικά πλαίσια, συναντώνται σε έναν κοινό άξονα που δίνει σημασία και προτεραιότητα στη ζώσα εμπειρία, την εσωτερικότητα και εν τέλει στην υπαρξιακή ενημερότητα και ευθύνη για την ανθρώπινη ζωή. Ο Marcel, θέτει την έννοια του μυστηρίου ως θεμελιώδη κατηγορία κατανόησης του ανθρώπου αποφεύγοντας τις απόλυτες διατυπώσεις, στέκεται ως φωτεινός φάρος επίγνωσης ανάμεσα σε αυτά που ορίζουμε ως καθημερινά προβλήματα και αυτά που αποτελούν τα μοναδικά μυστήρια της ύπαρξής μας. O ίδιος τονίζει με το σπουδαίο έργο του πως το μυστήριο εμπεριέχεται σε κάθε στιγμή της ανθρώπινης διαδρομής, υπογραμμίζει, ξανά και ξανά, πως δεν μας επιτρέπεται να αντικειμενοποιήσουμε τις ανθρώπινες εμπειρίες χωρίς να τις αλλοιώσουμε, καθώς για εκείνον ο άνθρωπος δεν είναι αντικείμενο ανάλυσης αλλά ένα πρόσωπο που βρίσκεται διαρκώς σε σχέση με το Ιερό. Η έννοια της διαθεσιμότητας (availability) και της συμμετοχής που αναδύθηκαν από την παρουσίαση του έργου του φάνηκαν να αποκτούν άμεση ψυχοθεραπευτική σημασία. Θα λέγαμε πως ο Marcel μας καλεί έμεσα, ως θεραπευτές ή θεραπεύτριες, να μην λειτουργούμε ως τεχνικοί επίλυσης προβλημάτων, αλλά ως ενεργές παρουσίες που συνοδοιπορούν τα θεραπευόμενα άτομα σε ένα ευρύτερο πεδίο μυστηρίου. Η θεραπευτική σχέση περιγράφεται εδώ ως χώρος πίστης, εμπιστοσύνης και δημιουργικής έκφρασης, ως τόπος όπου το πρόσωπο επαναφέρει ή ανακτά τη δυνατότητα να Είναι μέσα από τις έννοιες της πίστης, την ελπίδας και της αγάπης που, για τον Marcel, δεν ταυτίζονται απλά με μια γενικόλογη αισιοδοξία αλλά ορίζουν μια υπαρξιακή στάση που διατηρεί ανοιχτή τη δυνατότητα ακόμη και μέσα στη βαθιά απόγνωση. Ο Kierkegaard πάλι, μας καλεί να εμβαθύνουμε στην έννοια της εσωτερικότητας και της υπαρξιακής ελευθερίας. Ως προπάτορας των υπαρξιακών θέσεων και ιδεών θέτει στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του την ανθρώπινη υποκειμενικότητα και τη διαδικασία της αυτοανακάλυψης, υποστηρίζοντας ότι η ύπαρξη δεν είναι μια προκαθορισμένη ουσία αλλά πάντα μια δυναμική δυνατότητα, ένα διαρκές γίγνεσθαι. Σε αντίθεση με την ιδεαλιστική συστηματοποίηση του Hegel, ο Kierkegaard τονίζει τη μοναδικότητα του πάσχοντος υποκειμένου, τη σημασία του άγχους, της αγωνίας και της απελπισίας ως δρόμους πνευματικής αφύπνισης όπου το υπερβατικό δεν παρεμβαίνει ως «από μηχανής θεός», αλλά εκπληρώνει μια φυσική διαδικασία ωρίμανσης ικανής να οδηγήσει τον άνθρωπο στο άλμα πίστης. Η αναδύουσα αλήθεια, κατά Kierkegaard, δεν είναι λοιπόν μια αντικειμενική κατάκτηση παρά η προσωπική ιδιοποίηση του κόσμου μας: μόνο η αλήθεια που φροντίζουμε γίνεται δική μας. Ο άνθρωπος εδώ καθίσταται ενεργό υποκείμενο της αλλαγής του, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της ελευθερίας του και όπου η θεραπευτική αποκάλυψη μπορεί να λειτουργήσει ως χάρη ή ως δυνατότητα που θα επιτρέψει, εν τέλει, τη μετάβαση από την εμμένεια στη δυνατότητα. Αυτός είναι ίσως και ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο μια υπαρξιακή ψυχοθεραπεία αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο του άγχους και της αγωνίας. Ο Kierkegaard την όρισε ως «ζάλη της ελευθερίας» την τοποθέτησε ως αναγκαία προϋπόθεση της δυνατότητας. Σε αντίθεση με άλλες σύγχρονες θεραπευτικές πρακτικές που στοχεύουν στη μείωση της αγωνίας, η υπαρξιακή προοπτική την αντιμετωπίζει ως φάρο ικανό να φωτίσει τις άλλοτε απέραντες και άλλοτε περιορισμένες δυνατότητες του ανθρώπινου Είναι, δείχνοντας επίσης προς την απαρχή μιας βαθύτερης ή πληρέστερης ψυχοθεραπείας, για όσες ή όσους φυσικά το νιώθουν ή το επιθυμούν.
Συντάκτης: Θανάσης Ν. Μανιάτης